Κ.Δ.Π. 223/76

Αριθμός 223

 

 

Oι περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Επιθεώρησις και Αξιολόγησις) Κανονισμοί του 1976, κατατεθέντες εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων και εγκριθέντες υπ' αυτής άνευ τροποποιήσεων, δημοσιεύονται εις την επίσημον εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας συμφώνως τω εδαφίω (3) του άρθρου 76 του περί Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου του 1969 (Αρ. 10 του 1969).

 

 

 

 

O ΠΕPΙ ΤHΣ ΔHΜOΣΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚHΣ

ΥΠHPΕΣΙΑΣ ΝOΜOΣ ΤOΥ 1969 (10 ΤOΥ 1969)

Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 76

 

 

Το Υπουργικόν Συμβούλιον ενασκούν τας δια του άρθρου 76 του περί της Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμου χορηγουμένας αυτώ εξουσίας εκδίδει τους ακολούθους Κανονισμούς:

 

ΜΕPOΣ Ι. - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

 

1. Oι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρωνται ως οι περί Εκπαιδευτικών Λειτουργών (Επιθεώρησις και Αξιολόγησις) Κανονισμοί του 1976.

 

 

2. (1) Εν τοις παρούσι Κανονισμοίς, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου -

 

 

"διδακτικόν προσωπικόν" σημαίνει καθηγητήν ή διδάσκαλον·

 

 

"Νόμος" σημαίνει τον περί της Δημοσίας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμον·

 

 

"οικείος επιθεωρητής" σημαίνει τον βάσει του προγράμματος επιθεωρήσεως ή ειδικών οδηγιών εντεταλμένον επιθεωρητήν όπως διενεργή την επιθεώρησιν ωρισμένων σχολείων ή του διδακτικού προσωπικού ωρισμένων σχολείων ή περιφερειών ή ωρισμένων ειδικοτήτων και περιλαμβάνει ομάδα επιθεωρητών εντεταλμένων ως ανωτέρω.

 

 

(2) Oι εν τοις παρούσι Κανονισμοίς μη άλλως καθοριζόμενοι όροι κέκτηνται την εν τω Νόμω αποδιδομένην αυτοίς έννοιαν.

 

 

3. Oι βασικοί σκοποί της επιθεωρήσεως είναι η καθοδήγησις και παροχή εκπαιδευτικής βοηθείας εις το διδακτικόν προσωπικόν, ο συντονισμός του διδακτικού έργου, η συμβολή εις την αξιολόγησιν της Παιδείας επί τω τέλει της προαγωγής και βελτιώσεως αυτής και η εν τω ανωτέρω πλαισίω εκτίμησις της προσφοράς και αποδοτικότητος του διδακτικού προσωπικού εις το έργον του σχολείου ως και της υπηρεσιακής επαρκείας του διδακτικού προσωπικού.

 

 

4. (1)  O επιθεωρητής είναι φορεύς της εκπαιδευτικής πολιτικής εις τα σχολεία, μεταφέρει εις την προϊσταμένην αρχήν τας απόψεις και εισηγήσεις των εκπαιδευτικών λειτουργών επί διαφόρων θεμάτων εκπαιδευτικής φύσεως και ενεργεί ταυτοχρόνως ως σύνδεσμος μεταξύ των σχολείων και της προϊσταμένης αρχής. O κύριος ρόλος του επιθεωρητού είναι ο του καθοδηγητού, συμβούλου και εμψυχωτού. Oύτος παρέχει εις το διδακτικόν προσωπικόν πάσαν αναγκαίαν βοήθειαν εις την εργασίαν του και τηρουμένων των ειδικών διατάξεων των παρόντων Κανονισμών, εκθέτει περί του έργου του σχολείου και του εν αυτώ υπηρετούντος διδακτικού προσωπικού.

 

 

(2) Τα καθήκοντα και αι ευθύναι των επιθεωρητών καθορίζονται εις τα οικεία σχέδια υπηρεσίας, τους παρόντας ή άλλους σχετικούς κανονισμούς και εις οδηγίας εκδιδομένας υπό της αρμοδίας αρχής.

 

 

5. O οικείος Γενικός Επιθεωρητής βάσει οδηγιών του οικείου Τμηματάρχου καθοδηγεί τους υπ' αυτόν επιθεωρητάς και συντονίζει το έργον των εις τρόπον ώστε να εξασφαλίζηται η εις τον μέγιστον δυνατόν βαθμόν αξιοποίησις των ικανοτήτων των εις την υπηρεσίαν και η μεγίστη δυνατή αντικειμενικότης εις την κρίσιν αυτών.

 

 

6. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις κατόπιν διαπιστώσεως ανάγκης ενισχύσεως της καθοδηγήσεως του διδακτικού προσωπικού εις ωρισμένους τομείς η αρμοδία αρχή δύναται, αφού ακούση και τας απόψεις του οικείου επιθεωρητού, να αναθέτη εις εκπαιδευτικόν λειτουργόν καθήκοντα ειδικού συμβούλου εις τους τομείς τούτους. Τα τοιαύτα καθήκοντα δεν περιλαμβάνουσιν αξιολόγησιν οιουδήποτε εκπαιδευτικού λειτουργού αλλά περιορίζονται εις την καθοδήγησιν μόνον. O ειδικός σύμβουλος ενεργεί υπό την επίβλεψιν του οικείου επιθεωρητού και εν τω πλαισίω των οδηγιών αυτού επί τω τέλει παροχής καθοδηγήσεως και ουσιαστικής βοηθείας εις εκπαιδευτικούς λειτουργούς εις καθοριζομένους τομείς.

 

 

 

 

ΜΕPOΣ ΙΙ. – ΕΠΙΘΕΩPHΣΙΣ

 

 

7. (1) Τηρουμένων των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών, τα σχολεία και οι εις αυτά υπηρετούντες εκπαιδευτικοί λειτουργοί υπόκεινται εις επιθεώρησιν κατ' εύλογον χρόνον εντός της περιόδου των σχολικών εργασιών.

 

 

(2) Oι επί δοκιμασία υπηρετούντες εκπαιδευτικοί λειτουργοί επιθεωρούνται εις συχνά χρονικά διαστήματα διά να παρέχηται εις αυτούς πάσα δυνατή βοήθεια και διευκόλυνσις προς προσαρμογήν αυτών εις τα διδακτικά καθήκοντα και τας λοιπάς υποχρεώσεις της θέσεώς των.

 

 

8. (1) (α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (2), η επιθεώρησις διενεργείται συνήθως υπό του οικείου επιθεωρητού.

 

 

(β) O οικείος Τμηματάρχης ή ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής δύναται ητιολογημένως και εις εξαιρετικάς περιπτώσεις να ορίση όπως εκπαιδευτικός λειτουργός ή οιαδήποτε κατηγορία εκπαιδευτικών λειτουργών επιθεωρηθώσιν υπό πλειόνων του ενός επιθεωρητών, κατά προτίμησιν, κεχωρισμένως.

 

 

(2) H επιθεώρησις των διευθυντών σχολείων διενεργείται ως ορίζεται κατωτέρω δίδεται δε κατ' αρχήν ιδιαιτέρα έμφασις εις την εν γένει λειτουργίαν του σχολείου και εις τον ρόλον και την συμβολήν του επιθεωρουμένου εις την επίτευξιν των σκοπών και στόχων του σχολείου:

 

 

(α) H επιθεώρησις δια σκοπούς αξιολογήσεως Διευθυντού Α' ή Διευθυντού Σχολείου Μέσης Εκπαιδεύσεως διενεργείται, κατόπιν ενημερώσεως αυτού, εν τω πλαισίω επιθεωρήσεως του σχολείου υπό ομάδας επιθεωρητών της οποίας μετέχει ο οικείος επιθεωρητής και ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής. H επιθεώρησις αύτη δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως επίσκεψιν εν τη τάξει κατά τον χρόνον διδασκαλίας υπό του Διευθυντού.

 

 

(β) H επιθεώρησις δια σκοπούς αξιολογήσεως Διευθυντού Α' Σχολείων Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως διενεργείται, κατόπιν ενημερώσεως αυτού, εν τω πλαισίω επιθεωρήσεως του σχολείου υπό ομάδος επιθεωρητών της οποίας μετέχει ο οικείος επιθεωρητής και, εί δυνατόν, ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής. H επιθεώρησις αύτη δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως επίσκεψιν εν τη τάξει κατά τον χρόνον διδασκαλίας υπό του Διευθυντού.

 

 

(γ) H επιθεώρησις δια σκοπούς αξιολογήσεως Διευθυντού Σχολείου Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως διενεργείται υπό του οικείου επιθεωρητού εκτός εάν ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής δι' ειδικούς λόγους ή κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου ήθελε, βάσει της παραγράφου (1) (β), ορίσει προς τον σκοπόν πλείονας του ενός επιθεωρητάς.

 

 

(3) Εν τω πλαισίω των αναγκών και των δυνατοτήτων των οικείων Τμημάτων επιδιώκεται ίνα η επιθεώρησις εκπαιδευτικού λειτουργού μή διενεργήται συνεχώς και επί μακρόν υπό του αυτού επιθεωρητού αλλά εκ περιτροπής υπό διαφόρων επιθεωρητών.

 

 

(4) O οικείος Τμηματάρχης ή ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής δύναται να διενεργή επιθεώρησιν ή να παρευρίσκηται εις επιθεώρησιν σχολείου ή μέλους του διδακτικού προσωπικού αυτού.

 

 

(5) O Τμηματάρχης Ανωτέρας και Μέσης Εκπαιδεύσεως και ο Τμηματάρχης Τεχνικής Εκπαιδεύσεως δύνανται να αναθέτωσιν εις οιονδήποτε επιθεωρητήν των οικείων Τμημάτων να ενεργή, επί πλέον των συνήθων καθηκόντων αυτού ως επιθεωρητού του μαθήματος της ειδικότητός του, και ως συντονιστής σχολείων δι' ωρισμένους σκοπούς, ως είναι η διαπίστωσις διαφόρων αναγκών των σχολείων τούτων. O συντονιστής επιθεωρητής ενεργεί ωσαύτως ως σύνδεσμος μεταξύ του Τμήματος και των τοιούτων σχολείων.

 

 

9. H μείζων επιθεώρησις διενεργείται υπό ομάδος επιθεωρητών οσάκις αύτη ήθελε κριθή αναγκαία προς τον σκοπόν διαπιστώσεως και εκτιμήσεως του επιτελουμένου έργου σχολείου τινός. H σύνθεσις της ομάδος ορίζεται υπό του οικείου Γενικού Επιθεωρητού, τη εγκρίσει του Τμηματάρχου.

 

 

10. H επιθεώρησις της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου και οιουδήποτε άλλου ανωτέρου εκπαιδευτικού ιδρύματος και του διδακτικού προσωπικού αυτών διενεργείται βάσει εκδιδομένων εκάστοτε υπό της αρμοδίας αρχής οδηγιών.

 

 

11. (1) Εις εκάστην περίπτωσιν επιθεωρήσεως ο διενεργών ταύτην επιθεωρητής ανταλλάσσει απόψεις μετά του επιθεωρηθέντος εκπαιδευτικού λειτουργού, ει δυνατόν ενώπιον του διευθυντού του σχολείου, άλλως ούτος ενημερούται αργότερον, προβαίνει εις σχετικάς παρατηρήσεις επισημαίνων τα θετικά στοιχεία και τυχόν παρατηρηθείσας αδυναμίας ή ελλείψεις και υποδεικνύει τρόπους βελτιώσεως.

 

 

(2) O επιθεωρητής δύναται, οσάκις ήθελε κρίνει τούτο σκόπιμον, να κοινοποιή και γραπτώς τας τυχόν παρατηρήσεις, υποδείξεις και εισηγήσεις αυτού εις επιθεωρηθέντα εκπαιδευτικόν λειτουργόν. Τοιαύτη κοινοποίησις γίνεται και εις ην περίπτωσιν ο ενδιαφερόμενος εκπαιδευτικός λειτουργός ήθελε ζητήσει τούτο αμέσως μετά την επιθεώρησιν νοουμένου ότι δεν θα γίνεται κατάχρησις της ευχερείας ταύτης. Εις εκατέραν περίπτωσιν αντίγραφον της κοινοποιήσεως καταχωρίζεται εις τον υπό του οικείου επιθεωρητού τηρούμενον φάκελλον επιθεωρήσεως.

 

 

(3) Εάν δι' οιονδήποτε λόγον εκπαιδευτικός τις λειτουργός περιέρχεται εις την αρμοδιότητα ετέρου επιθεωρητού ο σχετικός φάκελλος επιθεωρήσεως αποστέλλεται εις τον νέον επιθεωρητήν αφού καταχωρισθή εις τον φάκελλον συνοπτικόν σημείωμα υπό του προηγουμένου οικείου επιθεωρητού εν περιπτώσει καθ' ήν δεν υπεβλήθη δια τον εν λόγω εκπαιδευτικόν λειτουργόν συνήθης έκθεσις εντός της τελευταίας διετίας.

 

 

(4) Εις τα εν παραγράφω (3) αναφερόμενα σημειώματα δύνανται να διατυπώνται παρατηρήσεις και εκτιμήσεις του επιθεωρητού περί του εκπαιδευτικού λειτουργού αι οποίαι θα είναι χρήσιμοι δια το καθοδηγητικόν έργον του αναλαμβάνοντος νέου επιθεωρητού και δια την σύνταξιν της επομένης εκθέσεως.

 

 

12. Κατά τας αρχάς εκάστου σχολικού έτους καταρτίζεται υφ' εκάστου Τμήματος Εκπαιδεύσεως γενικόν πρόγραμμα επιθεωρήσεως δι' ολόκληρον το σχολικόν έτος εις ό διαγράφονται εν γενικαίς γραμμαίς αι επισκέψεις εις τα σχολεία βάσει των αναγκών και δυνατοτήτων.

 

 

 

 

ΜΕPOΣ ΙΙΙ. – ΕΚΘΕΣΕΙΣ

 

 

13. Πας εκπαιδευτικός λειτουργός συμπληροί εντός του Μαΐου ατομικόν πληροφοριακόν δελτίον επί τύπου εγκρινομένου υπό της αρμοδίας αρχής. Τούτο υποβάλλεται μέσω του διευθυντού του σχολείου προς τον οικείον επιθεωρητήν και καταχωρίζεται εις τον φάκελλον επιθεωρήσεως του ενδιαφερομένου.

 

 

14. O διευθυντής τους σχολείου υποβάλλει προς το τέλος των εργασιών του σχολικού έτους συνοπτικήν έκθεσιν περί της λειτουργίας και των δραστηριοτήτων του σχολείου του και των επιτευγμάτων αυτού εις τους διαφόρους τομείς και τεθέντας στόχους. H έκθεσις συντάσσεται υπό του διευθυντού κατόπιν διαβουλεύσεων μετά του συλλόγου των διδασκόντων. Μετά της εκθέσεως ταύτης υποβάλλονται εις διπλούν, τουλάχιστον ανά διετίαν, και εκθέσεις του διευθυντού επί του υπό της αρμοδίας αρχής εγκρινομένου τύπου συνήθους εκθέσεως δι' έκαστον εκπαιδευτικόν λειτουργόν υπηρετούντα εις το υπ' αυτόν σχολείον. Ανά έν αντίτυπον των τοιούτων εκθέσεων καταχωρίζεται εις τους φακέλλους εκθέσεων και επιθεωρήσεως του ενδιαφερομένου.

 

 

15. Αι εκθέσεις περί εκπαιδευτικών λειτουργών υπηρετούντων επί δοκιμασία συντάσσονται ανά εξάμηνον υπό του οικείου Επιθεωρητού επί τύπου εγκρινομένου υπό της αρμοδίας αρχής κατόπιν συνεννοήσεως μετά του διευθυντού του σχολείου, και υποβάλλονται προς τον οικείον Γενικόν Επιθεωρητήν, όστις διαβιβάζει αυτάς προς την Επιτροπήν Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας μέσω του οικείου Τμηματάρχου. Αι εκθέσεις αύται δεν λαμβάνονται υπ' όψιν εις μεταγενεστέρας της επικυρώσεως του διορισμού του ενδιαφερομένου εκθέσεις αξιολογήσεως.

 

 

16. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 18, δι' έκαστον εκπαιδευτικόν λειτουργόν συντάσσεται συνήθης έκθεσις, επί τύπου εγκρινομένου υπό της αρμοδίας αρχής, άπαξ τουλάχιστον εντός της πρώτης διετίας μετά την επικύρωσιν του διορισμού αυτού, ακολούθως δε τουλάχιστον ανά τριετίαν μέχρι της συμπληρώσεως υπ' αυτού εκπαιδευτικής υπηρεσίας είκοσι πέντε ετών και μετά ταύτα ανά τετραετίαν, υπό -

 

 

(α) του οικείου επιθεωρητού όστις διενήργησεν επιθεώρησιν ή επιθεωρήσεις βάσει των παραγράφων (1) (α) ή (2) (γ) του Κανονισμού 8 κατά το σχολικόν έτος εντός του οποίου υποβάλλεται η έκθεσις,

 

 

(β) των επιθεωρητών οίτινες διενήργησαν επιθεώρησιν ή επιθεωρήσεις βάσει των παραγράφων (1) (β) ή (2) (γ) του Κανονισμού 8 κατά το σχολικόν έτος εντός του οποίου υποβάλλεται η έκθεσις,

 

 

(γ) της ομάδας επιθεωρητών ήτις διενήργησεν επιθεώρησιν βάσει των παραγράφων (2) (α) ή (2) (β) του Κανονισμού 8.

 

 

(2) Εν σχέσει προς την σύνταξιν εκθέσεως περί εκπαιδευτικού λειτουργού ο οικείος επιθεωρητής ή η ομάς επιθεωρητών διαβουλεύεται καθ' ό μέτρον είναι τούτο αναγκαίον και πρακτικώς δυνατόν -

 

 

(α) μετά του διευθυντού του σχολείου ή

 

 

(β) μετά του προηγουμένου οικείου επιθεωρητού εις περίπτωσιν καθ' ήν ο περί ού ο λόγος εκπαιδευτικός λειτουργός υπήχθη εις την αρμοδιότητα ετέρου οικείου επιθεωρητού διαρκούσης της τελευταίας τριετίας.

 

 

(3) Αι κατά τα ανωτέρω συντασσόμεναι εκθέσεις υποβάλλονται εντός της περιόδου Μαΐου/Ιουνίου. Αι εκθέσεις υποβάλλονται προς τον οικείον Γενικόν Επιθεωρητήν πλην των συντασσομένων υπό ομάδος της οποίας μετέχει και ο Γενικός Επιθεωρητής, αίτινες υποβάλλονται προς τον οικείον Τμηματάρχην.

 

 

17. (1) Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 18, δι' έκαστον εκπαιδευτικόν λειτουργόν συντάσσεται ειδική έκθεσις, επί τύπου εγκρινομένου υπό της αρμοδίας αρχής, τουλάχιστον ανά διετίαν, αρχής γινομένης από του σχολικού έτους το οποίον προηγείται αμέσως εκείνου εντός του οποίου ούτος συμπληροί την εκπαιδευτικήν υπηρεσίαν ήτις απαιτείται εις τα οικεία σχέδια υπηρεσίας δια προαγωγήν εις την θέσιν Βοηθού Διευθυντού Σχολείων. H έκθεσις συντάσσεται υπό ομάδος επιθεωρητών ως ήθελεν ορίσει ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής, τη εγκρίσει του οικείου Τμηματάρχου, εις ήν περιλαμβάνεται ο οικείος επιθεωρητής και, ει δυνατόν, ο προηγηθείς τούτου οικείος επιθεωρητής:

 

 

Νοείται ότι, προκειμένου περί εκπαιδευτικού λειτουργού μέσης γενικής ή τεχνικής εκπαιδεύσεως, εις την ομάδα περιλαμβάνεται κατά προτίμησιν και επιθεωρητής συγγενούς ή παρεμφερούς ειδικότητος.

 

 

(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (1) του παρόντος Κανονισμού η ειδική έκθεσις συντάσσεται τουλάχιστον ανά τριετίαν προκειμένου περί εκπαιδευτικού λειτουργού συμπληρώσαντος υπηρεσίαν είκοσι πέντε ετών ή κατέχοντος θέσιν Διευθυντού Α' Σχολείων Μέσης ή Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως.

 

 

(3) Αι βάσει των παραγράφων (1) και (2) του παρόντος Κανονισμού συντασσόμεναι εκθέσεις υποβάλλονται μέχρι του τέλους των θερινών σχολικών διακοπών προς τον οικείον Γενικόν Επιθεωρητήν ή προς τον οικείον Τμηματάρχην προκειμένου περί εκθέσεως συνταχθείσης υπό ομάδος ής μετείχε και ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής.

 

 

18. (1) Εις την σύνταξιν εκθέσεων βάσει των Κανονισμών 16 και 17 οι οικείοι επιθεωρηταί ή αι ομάδες επιθεωρητών δέον όπως, επί πλέον της προσωπικής αντιλήψεως και οιονδήποτε προσωπικών επαφών, λαμβάνωσι δεόντως υπ' όψιν εις εκάστην περίπτωσιν -

 

 

(α) τα υπό του ενδιαφερομένου εκπαιδευτικού λειτουργού συμπληρωθέντα ατομικά πληροφοριακά δελτία βάσει του Κανονισμού 13,

 

 

(β) τας υπό του διευθυντού του σχολείου υποβληθείσας εκθέσεις βάσει του Κανονισμού 14,

 

 

(γ) τον προσωπικόν φάκελλον ως και τους φακέλλους εκθέσεων και επιθεωρήσεως του ενδιαφερομένου εκπαιδευτικού λειτουργού,

 

 

(δ) προκειμένου περί ειδικής εκθέσεως, τας υποβληθείσας δύο τελευταίας συνήθεις εκθέσεις.

 

 

19. Εις την περίπτωσην μείζονος επιθεωρήσεως η σχετική έκθεσις συντάσσεται και υπογράφεται υφ' όλων των μελών της ομάδος και υποβάλλεται το ταχύτερον προς τον οικείον Τμηματάρχην.

 

 

20. (1) Αι υποβαλλόμεναι συνήθεις ή ειδικαί εκθέσεις προσυπογράφονται υπό του οικείου Γενικού Επιθεωρητού ή του οικείου Τμηματάρχου αναλόγως της περιπτώσεως και καταχωρίζονται εις τους φακέλλους εκθέσεων των ενδιαφερομένων εκπαιδευτικών λειτουργών:

 

 

Νοείται ότι εν περιπτώσει ουσιαστικής διαφωνίας μεταξύ του επιθεωρητού ή της ομάδος επιθεωρητών και του διευθυντού του σχολείου εις εκθέσεις αναφερομένας εις την αυτήν  χρονικήν περίοδον, ο οικείος Τμηματάρχης ή Γενικός Επιθεωρητής διερευνά ειδικώς την περίπτωσιν καταβάλλων προσπάθειαν όπως εκκαθαρίση την διαφοράν δυνάμενος να ενεργή βάσει της παραγράφου (2) κατωτέρω.

 

 

(2) O οικείος Τμηματάρχης ή ο οικείος Γενικός Επιθεωρητής δύναται -

 

 

(α) να αναπέμπη, δεόντως ητιολογημένως, έκθεσιν προς τον συντάξασα ταύτην,

 

 

(β) να σημειώνη επί της εκθέσεως παρατηρήσεις ή διευκρινήσεις προς κατατόπισιν του ποιουμένου χρήσιν της εκθέσεως οργάνου.

 

 

21. (1) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (2) του παρόντος Κανονισμού, εις εκπαιδευτικόν λειτουργόν δεν κοινοποιείται το περιεχόμενον συνήθους εκθέσεως ή το πλήρες περιεχόμενον ειδικής εκθέσεως, δύναται όμως, τη αιτήσει του, να κοινοποιήται εις αυτόν η βαθμολογία εις τα επί μέρους στοιχεία και η γενική βαθμολογία της ειδικής εκθέσεως.

 

 

(2) Εάν εκπαιδευτικός λειτουργός επικρίνηται εν τινι εκθέσει δι' ολιγωρίαν, παραλείψεις ή ανάρμοστον συμπεριφοράν εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του ο συντάσσων την έκθεσιν υποχρεούται όπως άμα τη υποβολή ταύτης κοινοποιήση εις τον εκπαιδευτικόν λειτουργόν το μέρος τούτο της εκθέσεως.

 

 

22. (1) O εκπαιδευτικός λειτουργός δύναται δι' αιτήσεως αυτού να ζητήση την διαγραφήν ή τροποποίησιν του μέρους της εκθέσεως το οποίον κοινοποιείται εις αυτόν ή την αναθεώρησιν της εις αυτόν κοινοποιηθείσης βαθμολογίας.

 

 

(2) H αίτησις, εις την οποίαν δέον να αναφέρωνται οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένστασις υποβάλλεται προς τον οικείον Γενικόν Επιθεωρητήν εντός δεκαπέντε ημερών από της ημερομηνίας της εις τον ενδιαφερόμενον εκπαιδευτικόν κοινοποιήσεως μέρους της εκθέσεως ή βαθμολογίας δυνάμει του Κανονισμού 21.

 

 

(3) O οικείος Γενικός Επιθεωρητής, αφού λάβη και μελετήση τας παρατηρήσεις του συντάξαντος την έκθεσιν, εισηγείται ητιολογημένως προς τον οικείον Τμηματάρχην αποδοχήν ή μη της ενστάσεως. O οικείος Τμηματάρχης δύναται να αποδεχθή ή μη την εισήγησιν του Γενικού Επιθεωρητού, εν περιπτώσει δε αποδοχής της ενστάσεως η έκθεσις τροποποιείται αναλόγως και μονογραφείται υπό του Τμηματάρχου, όστις και παραθέτει το αιτιολογικόν εν συντομία. Εις εξαιρετικήν κατά την κρίσιν του περίπτωσιν ο οικείος Τμηματάρχης δύναται να δώση οδηγίας δια την διενέργειαν ερεύνης βάσει δε του αποτελέσματος της τοιαύτης ερεύνης αποφασίζει κατά πόσον η ένστασις θα απορριφθή ή θα γίνη αποδεκτή, οπότε και τροποποιείται η έκθεσις αναλόγως και μονογραφείται υπό του Τμηματάρχου, τούτου παραθέτοντος εν πάση περιπτώσει το αιτιολογικόν εν συντομία.

 

 

(4) Άμα τω πέρατι της ως άνω διαδικασίας ο υποβαλών την ένστασιν εκπαιδευτικός λειτουργός πληροφορείται εγγράφως περί του αποτελέσματος της ενστάσεώς του.

 

 

23. Αι εκθέσεις περί του διδακτικού προσωπικού της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου και οιουδήποτε άλλου ανωτέρου εκπαιδευτικού ιδρύματος συντάσσονται και υποβάλλονται βάσει οδηγιών εκδιδομένων υπό της αρμοδίας αρχής.

 

 

24. Αι εκθέσεις περί εκπαιδευτικών λειτουργών οίτινες δεν ανήκουσιν οργανικώς εις το διδακτικόν προσωπικόν ως και περί μελών του διδακτικού προσωπικού άτινα είναι πλήρως απεσπασμένα εις μη διδακτικήν εργασίαν εν σχολείω συντάσσονται και υποβάλλονται βάσει οδηγιών εκδιδομένων εκάστοτε υπό της αρμοδίας αρχής.

 

 

25. (1) Εις περίπτωσιν καθ' ήν ο οικείος επιθεωρητής αποχωρεί ή μετατίθεται μετά το τέλος του μηνός Μαρτίου εντός οιουδήποτε σχολικού έτους, αι συνήθεις εκθέσεις, αι οποίαι πρέπει να υποβληθώσιν εντός του σχολικού έτους εκείνου βάσει των παρόντων Κανονισμών, συντάσσονται και υποβάλλονται προ της αποχωρήσεως ή μεταθέσεως αυτού, αναφέρονται δε εις την μέχρι της συντάξεως αυτών χρονικήν περίοδον.

 

 

(2) Εάν εκπαιδευτικός λειτουργός δια τον οποίον απαιτείται βάσει των παρόντων Κανονισμών η υποβολή συνήθους εκθέσεως υπό του οικείου επιθεωρητού προς το τέλος σχολικού τινός έτους μετατεθή μετά το τέλος του μηνός Μαρτίου του έτους τούτου και υπαχθή δια σκοπούς επιθεωρήσεως εις την αρμοδιότητα ετέρου επιθεωρητού, η τοιαύτη έκθεσις συντάσσετσαι και υποβάλλεται υπό του προηγουμένου επιθεωρητού και αναφέρεται εις την μέχρι της μεταθέσεως χρονικήν περίοδον.

 

 

26. H αρμοδία αρχή δύναται να αναστέλλη, μετακινή ή τροποποιή προσωρινώς και δια τακτά χρονικά διαστήματα οιανδήποτε των εις τους παρόντας Κανονισμούς καθοριζομένων προθεσμιών δια την σύνταξιν και υποβολήν εκθέσεων, ως ήθελε κρίνει σκόπιμον, λαμβανομένων υπ' όψιν των αναγκών και δυνατοτήτων των σχετικών Υπηρεσιών του Υπουργείου, νοουμένου όμως ότι η τοιαύτη διευθέτησις δεν θα επηρεάζη δυσμενώς τα συμφέροντα οιουδήποτε εκπαιδευτικού λειτουργού.

 

 

 

 

ΜΕPOΣ ΙV – ΑΞΙOΛOΓHΣΙΣ

 

 

27. (1) Εις την ειδικήν έκθεσιν ο εκπαιδευτικός λειτουργός αξιολογείται ως προς τα ακόλουθα στοιχεία:

 

 

(α) Επαγγελματική κατάρτισις.

 

 

(β) Επάρκεια εις εργασίαν.

 

 

(γ) Oργάνωσις, διοίκησις, ανθρώπιναι σχέσεις.

 

 

(δ) Γενική συμπεριφορά και δράσις.

 

 

(2) Έκαστον των ως άνω στοιχείων αναπτύσσεται εις επί μέρους σημεία εις τον τύπον της ειδικής εκθέσεως.

 

 

28. H αξιολόγησις των αναφερομένων εν τω Κανονισμώ 27 τεσσάρων στοιχείων της ειδικής εκθέσεως γίνεται επί τη βάσει αριθμητικής βαθμολογίας επί κλίμακος ένα έως δέκα αποκλειομένων των κλασματικών ή δεκαδικών αριθμών.

 

 

29. Βάσει της εις την έκθεσιν συγκεντρωνομένης γενικής βαθμολογίας συμφώνως προς την εν τω Κανονισμώ 28 διάταξιν, η εκπαιδευτική υπηρεσία εκπαιδευτικού τινος λειτουργού χαρακτηρίζεται ως -

 

 

εξαίρετος - εάν η βαθμολογία είναι 36 και άνω

 

 

λίαν ευδόκιμος - εάν η βαθμολογία είναι 31 και άνω αλλά κάτω του 36

 

 

ευδόκιμος - εάν η βαθμολογία είναι 26 και άνω αλλά κάτω του 31

 

 

ικανοποιητική - εάν η βαθμολογία είναι 20 και άνω αλλά κάτω του 26:

 

 

Νοείται ότι εάν εις οιονδήποτε των εν τω Κανονισμώ 27 αναφερομένων στοιχείων η βαθμολογία είναι κάτω του πέντε η υπηρεσία χαρακτηρίζεται ως μη ικανοποιητική.

 

 

30. Oι μέχρι τούδε ισχύοντες κανονισμοί περί επιθεωρήσεως και βαθμολογίας, ως και οιαιδήποτε σχετικαί αποφάσεις και οδηγίαι καταργούνται.

 

 

 

 

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

 

31. (1) Αι βάσει των μέχρι τούδε ισχυόντων κανονισμών ή οδηγιών της αρμοδίας αρχής ή της ακολουθουμένης τακτικής συνταχθείσαι και υποβληθείσαι δύο τελευταίαι εκθέσεις αξιολογήσεως εκπαιδευτικών λειτουργών λογίζονται ως νομίμως συνταχθείσαι και υποβληθείσαι. Αύται θα αντιστοιχώσι προς τας συνήθεις μεν εκθέσεις δια σκοπούς συντάξεως ειδικών εκθέσεων βάσει των παρόντων Κανονισμών προς ειδικάς δε εκθέσεις δια σκοπούς συντάξεως πινάκων προαξίμων δια προαγωγάς διενεργουμένας μεταξύ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος των παρόντων Κανονισμών και της ημερομηνίας καθ' ήν θα έχη συμπληρωθή η διαδικασία συντάξεως και υποβολής ειδικών εκθέσεων βάσει των παρόντων Κανονισμών.

 

 

(2) Oιαιδήποτε εκθέσεις περί εκπαιδευτικών λειτουργών αι οποίαι συνετάχθησαν και υπεβλήθησαν προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος των παρόντων Κανονισμών και δια τας οποίας εχρησιμοποιήθησαν οι εν αυτοίς αναφερόμενοι τύποι εκθέσεων λογίζονται ως νομίμως συνταχθείσαι και υποβληθείσαι βάσει των παρόντων Κανονισμών.